Σάββατο, 6 Ιανουαρίου 2018

Ελληνικά και κατάλληλα ονόματα για σκυλιά.



Όπως είναι γνωστό στους περισσότερους, η σχέση των ανθρώπων με τους σκύλους χάνεται στα βάθη της προϊστορίας, καθώς ο πιστός φίλος και φύλακας του άτριχου πίθηκου είναι από τα πρώτα ζώα - αν όχι το πρώτο - που εξημερώθηκε και ανέπτυξε μια συμβιωτική σχέση με αυτόν. Έτσι όλοι οι λαοί έχουν τις ιστορίες τους και τις αναφορές τους για αυτούς, όπως φυσικά και οι Έλληνες. Εκτός βέβαια από την καθημερινή ζωή σκύλους βρίσκουμε και στην μυθολογία-θρησκεία, όπως τον Κέρβερο ή την Λαίλαψ, αλλά και στα σημαντικότερα λογοτεχνικά μας έργα, για παράδειγμα τον φημισμένο Άργο (γρήγορος) του Οδυσσέα, κάτι που δείχνει και την σημασία που έδιναν οι πρόγονοι στους κύνες.

Kι ενώ εκείνοι συναλλάσσοντας τα λόγια τους μιλούσαν,
ένα σκυλί που ζάρωνε, σήκωσε ξαφνικά τ’ αυτιά και το κεφάλι του –
ο Άργος του καρτερικού Οδυσσέα! Tον είχε ο ίδιος
μεγαλώσει, όμως δεν πρόλαβε να τον χαρεί· πρωτύτερα
αναχώρησε να πάει στην άγια Tροία.
Tα πρώτα χρόνια οι νιούτσικοι τον έβγαζαν κυνήγι,
και κυνηγούσε αγριοκάτσικα, ζαρκάδια και λαγούς.
Mετά τον παραμέλησαν, αφότου ο κύρης του ταξίδεψε μακριά,
και σέρνονταν στην κοπριά, χυμένη σε σωρούς από τις μούλες
και τα βόδια στην αυλόθυρα μπροστά, απ’ όπου
του Οδυσσέα οι δούλοι σήκωναν κάθε τόσο να κοπρίσουν
το μέγα τέμενός του.
Εκεί τώρα σερνόταν το σκυλί, μ’ αμέτρητα τσιμπούρια ο Άργος. Μτφ. Μαρωνίτη





Ο βασικός ρόλος των σκύλων μέχρι σχετικά πρόσφατα, χωρίς αυτό να σημαίνει πως δεν εξυπηρετούσε και ώς απλή συντροφιά και παλαιότερα (ειδικά στην αστικοποιημένη ύστερη Ρώμη η βόλτα με ένα σκύλο ήταν Must), ήταν φύλακας, κυνηγός και στα κοπάδια. Αυτός ήταν και ο ρόλος τους και στην Ελλάδα μέχρι πρότινως, όπου η μοντέρνα αστική φιλοζωία αναπτύχθηκε αποκλειστικά προς την άλλη κατεύθυνση, οπότε και ο σκύλος συνήθως πια αποτελεί μια συντροφιά και ενίοτε ένα έμψυχο αντικείμενο κάλυψης των ψυχολογικών ελλειμμάτων των σύγχρονων ανθρώπων, από το να είναι υποκατάστατο παιδιού, μέχρι υποκατάστατο ελαττωματικού πέους ή γκόμενου αναλόγως της περίπτωσης, σύμβολο πλουτισμού και πρεστίζ κτλ.



Αυτή η διαφοροποίηση στην σχέση άλλαξε πολύ και τα παραδοσιακά ονόματα που δίνονταν στους σκύλους και από εκεί που συνήθως αυτά αντιπροσώπευαν ένα χαρακτηριστικό τους, ο κανέλλος, ο μαύρος, ο τρέχας, ή ήταν αποτέλεσμα μιας μαγικής και προσωπικής ακατάληπτης για τους περισσότερους ονοματοδοσίας εκ μέρους του "αφεντικού", ο μπίρλας, ο ντιρλιρας, ο τσουφ, ο μπιριμπο κτλ, καταλήξαμε είτε στα ξενικά ρόβερ, τζακ, μπο, αζόρ και δεν συμμαζεύεται ή σχετικά προσφάτως στα "ψαγμένα ελληνικά" με αποτέλεσμα να βιάζονται όλα τα εύηχα και δισύλλαβα ονόματα των Θεών μας. Σκύλοι με όνομα Ρέα, Ήρα, Δίας αλλά και Φοίβος, Φοίβη ακούγονται καθημερινά. Λογικό από την μία καθώς είναι πιο εύηχα από τα Ααρών, Ισσάκ, Γιαχβέ και Τζεσούα και ακολουθούν την πατροπαράδοτη από τον Ξενοφώντα συνταγή αλλά εξοργιστικό για εμάς τους πολυθεϊστές από την άλλη.

Οπότε μιας και προχθές άκουσα για ακόμα μια φορά έναν συμπαθή κύριο να φωνάζει το εξίσου συμπαθές και μαυρό-καφέ λυκόσκυλο του "Φοίβο" αποφάσισα να γράψω το παρόν ώς μια ελάχιστη συμβολή στην προσπάθεια από την μία να εξυπηρετείται η ανάγκη ελληνικής ονοματοδοσίας των σκύλων μας αφού η κλασική λαική συνταγή δεν κάνει σε όλους και από την άλλη να πάψουν να χρησιμοποιούνται τα ονόματα των Θεών καθώς αυτό είναι ύβρις (όχι πως θα το καταλάβουν τα περισσότερα αφεντικά αλλά λέμε τώρα ίσως με περισσότερες επιλογές γλυτώσουμε κανά "δία" ή καμία "ήρα".




Ο Ξενοφώντας λοιπόν, έχει γράψει ένα έργο, τον κυνηγετικό, καθώς μάλλον ήταν μεγάλος οπαδός του σπόρ (όπως πολλοί στην αρχαία Ελλάδα), στο οποίο σημαντικό μέρος αφιερώνει στις αναφορές για τα σκυλιά, αφού σκυλιά και κυνήγι στην αρχαιότητα πήγαιναν μαζί. Εκεί, εκτός από πολύ καλές και πάντα ισχύουσες οδηγίες (όπως για παράδειγμα στο πως να τα επιβραβεύουμε, στο πώς να τους μιλάμε και να τα ονομάζουμε), μας δίνει και μια λίστα κατάλληλων ονομάτων (47 τον αριθμό) για τα σκυλάκια μας.

τὰ δ᾽ ὀνόματα αὐταῖς τίθεσθαι βραχέα, ἵνα εὐανάκλητα ᾖ. εἶναι δὲ χρὴ τοιάδε:
Ψυχή, Θυμός, Πόρπαξ, Στύραξ, Λογχή, Λόχος, Φρουρά, Φύλαξ, Τάξις, Ξίφων, Φόναξ, Φλέγων, Ἀλκή, Τεύχων, Ὑλεύς, Μήδας, Πόρθων, Σπέρχων, Ὀργή, Βρέμων, Ὕβρις, Θάλλων, Ῥώμη, Ἀνθεύς, Ἥβα, Γηθεύς, Χαρά, Λεύσων, Αὐγώ, Πολεύς, Βία, Στίχων, Σπουδή, Βρύας, Οἰνάς, Στέρρος, Κραύγη, Καίνων, Τύρβας, Σθένων, Αἰθήρ, Ἀκτίς, Αἰχμή, Νόης, Γνώμη, Στίβων, Ὁρμή.

Ορμή μάλιστα λέγανε και το αγαπημένο του σκυλί.


Σε αγγείο του 6ου αιώνα πκχ που απεικονίζεται σκηνή από το κυνήγι του καλυδωνίου κάπρου τους ήρωες συντροφεύουν σκυλιά των οποίων τα ονόματα αναγράφονται επίσης (άλλα 7):

Ορμένος, Μεθέπων, Εγέρτης, Κόραξ, Μάρψας, Λάβρος και Εύβολος.



Σπουδαίος κυνηγός όμως κατά την μυθολογία μας ήταν και ο Ακταίων, ο οποίος δυστυχώς δεν είχε ευχάριστο τέλος. Παρόλα αυτά είχε σύμφωνα με τους μύθους καμιά πενηνταριά σκυλιά να τον συνοδεύουν και οι αρχαίοι μυθογράφοι είπαν να μας αφήσουν μερικές εκδοχές των ονομάτων αυτών. Για παράδειγμα ο Οβίδιος στις μεταμορφώσεις του μας παραδίδει τα εξής :

Μελάμπους, Ιχνοβάτης, Παμφάγος, Δορκαίος, Ορίβασος, Νεβρόφονος, Λαίλαψ, Θήρων, Πτερέλας, Αγρή, Υλαίος, Νάπη, Ποιμενίς, Άρπυια, Λάδων, Δρομάς, Κανάχη, Στικτή, Αλκή, Λεύκων, Άσβολος, Λάκων, Αελλώ, Θους, Λυκίσκα, Άρπαλος, Μελανεύς, Λαχνή, Λάβρος, Αγρίοδος, Υλάκτωρ, Μελαγχαίτης, Θηριδάμας, Ορεσίτροφος.

Του φύτεψε και φόβο στην καρδιά — τρέχει γοργά ο γιος της Αυτονόης,
κι όπως ανοίγει βήμα απορεί πού βρήκε εντός του τέτοια γρηγοράδα.
Κατόπι που είδε μέσα στο νερό τα κέρατα και τη θωριά αλλαγμένη
έκανε να φωνάξει «συφορά!» αλλά φωνή δεν έβγαινε ανθρώπου —
αντίς για τη φωνή το μουγκρητό, και δάκρυα που κύλησαν συνάμα
σε μάγουλα αλλιώτικα· ο νους δεν ήταν πειραγμένος, μόνο τούτος.
Δεν ξέρει τώρα πού να πορευτεί, να βγει στο γυρισμό για το παλάτι
ή να λουφάξει μες στις ρεματιές; Ντροπή το ένα, τ’ άλλο τον τρομάζει.
Δεν έπαιρνε απόφαση, κι εκεί πού στέκονταν τον είδαν τα σκυλιά του,
ο Μαυροπόδης πρώτος κι ο Ιχνευτής, και δώσαν με το γάβγισμα σινιάλο —
ο Ιχνευτής που ήταν Κρητικός, κι ο Μαυροπόδης γέννημα της Σπάρτης.
Από κοντά ορμήξαν κι οι λοιποί, πιο γρήγοροι κι απ’ την πνοή του ανέμου,
Παμφάγος και Βουνίσιος και Δορκεύς, αρκαδικά ζαγάρια και οι τρεις τους
ο Σίφουνας κι ο Ζαρκαδοφονιάς, ο Θηρευτής, γιομάτος αγριάδα,
μαζί κι ο γοργοπόδης Φτερωτός, ο Αγρευτής, λαγωνικό απ’ τα πρώτα,
ο Υλαίος με το τραύμα του νωπό από τα δόντια κάπρου μανιασμένου,
η Νάπη, φύτρα λύκου ή μισή, του κοπαδιού φρουρός η Βοσκοπούλα,
η Άρπυια που έτρεχε μπροστά με ακόλουθους τα δυο της τα κουτάβια,
στα πισινά του πόδια λυγερός ο Λάδωνας από τη Σικυώνα,
Κανάκη, Αστραπή και Παρδαλή, η Τίγρη κι η Αλκή, γεροδεμένη,
ο Άσπρος, με το τρίχωμα λευκό, και ο Μουτζούρης με το σκούρο χρώμα,
ο Λάκωνας, ο πρώτος στην ορμή, και στην τρεχάλα πρώτος ο Τυφώνας,
ο Σβέλτος, η Λυκίσκη και μαζί ο γρήγορος Κυπραίος, ο αδερφός της,
ο Αρπαχτής που είχε καταμεσής στο κούτελο το μαύρο άσπρη βούλα,
η Λάχνη με την τρίχα τη δασιά, και πλάι της ο γκέκας ο Αράπης,
ο Λάβρος, όλο λύσσα, κι ο Δοντάς, που Κρητικός τους φύτεψε πατέρας
κι είχανε μάνα Λάκαινα· εκεί κι ο Αλυχτής με μια φωνή στριγγλιάρα
κι άλλα πολλά, σκυλιά κάθε λογής. Όλα μαζί την άγρα λαχταρώντας
μεσ’ από βράχια, πέτρες και γκρεμνά, στενοποριές και περασιές κλει­σμένες,
σε κακοτράχαλες, απόρευτες μεριές και σε πλαγιές αδιάβατες χυθήκαν.
Εκείνος τρέχει — θήραμα εκεί που κάποτε ο ίδιος κυνηγούσε,
πασχίζει να γλυτώσει απ’ τα σκυλιά που κάποτε τον ήξεραν αφέντη.
Θέλει να τους φωνάξει «είμαι εγώ! γνωρίστε τον αφέντη σας! Ο Ακταίων!»
το θέλει μα του λείπει η μιλιά, κι εκείνα ν’ αλυχτάνε μες στ’ αφτιά του.
Ο Μαυρομάλλης πήρε την πρωτιά και έμπηξε τα δόντια του στη ράχη,
του χύμηξε κατόπιν ο Φονιάς, στον ώμο του καρφώθηκε ο Βουνίτης.
Είχαν ξεμείνει τούτα στην αρχή, μετά πού κόψαν δρόμο μες στα όρη
αφήκαν πίσω τ’ άλλα τα σκυλιά και πρόκαναν να παύσουν τη φυγή του.
Όλο το τσούρμο τώρα είν’ εκεί κι όλα μαζί δαγκώνουν το κορμί του —
αδάγκωτη δεν έμεινε μεριά. Βογγάει αυτός· δεν έλεγες πως είναι
ανθρώπινο αυτό το βογγητό, κι ωστόσο δε βογκούσε σαν ελάφι·
στις ράχες που τις γνώριζε καλά αντιλαλούσε το παράπονό του,
πεσμένος με τα γόνατα στη γης σαν κάποιος που προσεύχονταν, ικέτης,
γυρόφερνε το βλέμμα σιωπηλά λες κι άπλωνε τα χέρια στον εχθρό του.
Κι από κοντά οι συντρόφοι με κραυγές ξεσήκωναν των ζαγαριών το τσούρμο.
Ανήξεροι τον γύρευαν παντού, ρωτούσανε «που να ’ναι ο Ακταίων;»,
κατόπι, σα να βρίσκονταν μακριά, όλοι μαζί φώναζαν το όνομά του
(τον φώναζαν και γύριζε αυτός), ώρα που βρήκε, λέγαν, για να λείψει,
τι τον κρατάει και δεν μπορεί να δει το τυχερό που είχαν στο κυνήγι;
Μακάρι να μη βρίσκονταν εκεί, από μακριά, όπως κι οι σύντροφοι του,
να έβλεπε το έργο των σκυλιών, να μη το νιώθει πάνω στο κορμί του.
Του έμπηξαν τα δόντια, από παντού τον έζωσαν ολάκερη αγέλη,
βλέπαν εικόνα ψεύτρα ελαφιού και ξέσκιζαν του αφέντη τους τα μέλη.
Χίλιες πληγές το δόλιο του κορμί, ξεψύχησε, κι έτσι τον παρατήσαν,
και τότε μόνο, λένε, η θεά εχόρτασε του γδικιωμού τη λύσσα.
Θεόδωρος Δ. Παπαγγελής. Σώματα που άλλαξαν τη θωριά τους: διαδρομές στις Μεταμορφώσεις του Οβιδίου. Αθήνα: Gutenberg, 2009, σ. 134-138.

Η σύμφωνα με άλλες εκδοχές
...Τα ονόματα τεσσάρων εκ των πεντήκοντα* κυνών του ("Κόραξ, Άρπυια, Χάρων, Λυκόττας") παραδίδονται υπό του Πολυδεύκου.... έτερα δε ονόματαν κυνών τoυ Α. αναφέρονται υπό του Απολλοδώρου ως Λυγκεύς και Βαλίος, Σπαρτός, Ώμαργος και Βορής, οι οποίοι "πρώτοι γαρ μέλαν αίμα πίον σφετέροιο άνακτος"...
Πάπυρος.

έτσι στάθηκαν λοιπόν γύρω από τ' όμορφο κορμί του, σαν να 'ταν αγρίμι,
το κατασπάραξαν οι σκύλοι οι ρωμαλέοι. Πρώτη πρώτη εκεί κοντά η Άρκενα
… ύστερα απ' αυτήν τα θεριωμένα της παιδιά ο Λυκγέας και ο Βαλίος, ξακουστός στα πόδια, και ο [η] Αμάρυνθος Αυτοί που έναν έναν με το όνομά τους όλο τους εφώναζε· και πέθανε ο Ακταίωνας, γιατί το θέλησε ο Δίας. Πρώτοι ήπιαν το μαύρο αίμα του αφέντη τους Ο Σπαρτός και ο Ώμαγρος και ο γοργοπόδαρος Βορής. Και πρώτοι έφαγαν κομμάτια από τη σάρκα του Ακταίωνα και έγλειψαν το αίμα του. Αχόρταγοι κατόπιν χίμηξαν οι άλλοι πίσω τους. Ανακούφιση στους αφόρητους πόνους των ανθρώπων.(Απολλόδωρος 3.30-32)

Νομίζω μερικά ονόματα επιπλέον σε άλλη εκδοχή μας δίνει ο Νόννος στα Διονυσιακά του αλλά βαριέμαι να ψάχνω τώρα. Επίσης σίγουρα περισσότερα θα βρίσκονται σε άλλες ιστορικές κτλ φιλολογικές αναφορές όπως για παράδειγμα ο Περίτας του Αλεξάνδρου (που τόσο τον αγάπαγε - ή τόσο δούλευε τους άλλους) που έδωσε σε πόλη το όνομα του αλλά νομίζω τα παραπάνω αρκούν. Είναι μια καλή εναλακτική λίστα όχι μόνο για απευθείας ξεπατηκοτούρα αλλά και για έμπνευση προς τους μέλλοντες αστούς σκυλόφιλους την ώρα που θα σκέφτονται να ονομάσουν άλλο ένα κανίς "ήρα" ή "δία" ένα pitbull. Αυτό και προσοχή γιατί την επόμενη φορά μπορεί να πετύχετε και κανά "σκύλο" ειδωλολάτρη και να σας δαγκώσει αυτός μόλις ακούσει να αποκαλείτε "φοίβο" τον σκύλο. 



Προσοχή δαγκώνει λοιπόν CAVE CANEM (και μένει ζωντανή και η επιλογή για το λιγότερο εύηχο γιαχ-βε που μοιάζει και ηχομιμητικά με σκυλίσιο. )



Τρίτη, 19 Δεκεμβρίου 2017

Ω έλατο, ω έλατο



"Πάρτε τό θύρσο στά χέρια σας, στεφανωθείτε μέ κισσό, τολμήσετε νά γίνετε άνθρωποι τραγικοί, ετοιμαστείτε γιά μεγάλους άγώνες κι έχετε πίστη στό θεό σας, τό Διόνυσο!"

Περίπου κάθε χρόνο, τέτοια εποχή που πληθαίνουν οι ανακυκλώσεις διαφόρων άρθρων και κειμένων και μπάνερ και status γεμάτα συγκριτισμούς μεταξύ των διαφόρων εθίμων των χριστουγέννων και αρχαιοελληνικών δήθεν αντίστοιχων που μόνο σκοπό έχουν να δικαιολογήσουν την ανάγκη των περίπου πρώην χριστιανών και περίπου νυν ειδωλολατρών να συνεχίσουν να κάνουν αυτά που τους έμαθαν από κούνια, δηλαδή να στολίζουν δεντράκια, να βάζουν δώρα, να λένε "ηλιουγεννάτικα" κάλαντα και άλλα πολλά, αναγκάζομαι να ανεβάζω και εγώ διάφορα και να λέω τα αντίθετα. Πως δεν έχει σχέση η ειρεσιώνη με το δέντρο που στολίζουν, πως δεν εορτάζουμε ηλιούγεννα (αντί Χριστούγεννα) αλλά τον Ποσειδώνα, την Δήμητρα, τον Διόνυσο, πως τα περισσότερα τέτοια κείμενα αποτελούν συγκριτικές ευκολίες που απλώς αποπροσανατολίζουν καθώς στέκονται στις εξωτερικές ομοιότητες παραβλέποντας τις ουσιαστικές διαφορές (όταν δεν πρόκειται για εντελώς άσχετα πράγματα).

Τελικά με κούρασε αυτή η διαδικασία αντιπαράθεσης και καθώς ήδη από πέρσι, είτε με προτάσεις για τραπεζώματα, είτε με προτάσεις για ηλιολατρικούς ύμνους, έχω περάσει στην θετική αντιμετώπιση κινδυνεύοντας να μεταπηδήσω στο άλλο στρατόπεδο (ναι το -νιάτικο δέντρο έχει ελληνικό πρόδρομο παρά την σύγχρονη σχετικά εμφάνιση του στην Βαυαρία -φιλέλληνες και μύστες βέβαια αυτοί κάτι ξέραν), φέτος θα πάμε ένα βήμα παραπέρα και θα προτείνουμε κατ' αντιστοιχία τον στολισμό του ελληνικού διονυσιακού δέντρου (ελάτου οπότε δεν χρειάζονται ιδιαίτερες αλλαγές στο κοινωνικό-οικονομικό περιβάλλον) με οδηγό μας την πλέον μυστηριακή τραγωδία της παράδοσης μας τις Βάκχες του Ευριπίδη. Να δηλώσουμε βέβαια εξ' αρχής πως η κυριολεκτική ακολούθηση των οδηγιών ενδέχεται (ποτέ δεν ξέρεις με το νεοελληνικό σύστημα) να μας προκαλέσει μικροπροβλήματα με τον νόμο αλλά μπρός τα κάλλη τι είναι ο πόνος που λέει και ο λαός.

Για να μπούμε λίγο στο ύφος και το πνεύμα των οδηγιών μας και να καταλάβουμε πως αποδεικνύεται η ελληνικότητα του εθίμου στολισμού της ελάτης, καθώς συνήθως οι ελληνοκεντρικοί συγκριτιστές είναι λίγο πολύ άσχετοι με τα αρχαία κείμενα, να ξεκινήσουμε με μια σύντομη σύνοψη του σημείου που βρισκόμαστε στην τραγωδία.

Ο μεταμφιεσμένος σε ακόλουθο του εαυτού του Διόνυσος πείθει τον βασιλιά Πενθέα, ο οποίος θέλει να εξοντώσει τις μαινάδες - δηλαδή τις τρελαμένες από τον Θεό γυναίκες της Θήβας -, να μεταμφιεστεί και αυτός σαν μαινάδα ώστε να τις παρακολουθήσει στο βουνό την ώρα που τελούν την οργιαστική τους λατρεία. Ο Πενθέας πείθεται και μαζί με τον Διόνυσο και έναν ακόλουθο μεταβαίνουν στο βουνό και ψάχνονται πως θα μπορέσει ο βασιλιάς να κάνει τσακωτές τις "λυσσασμένες σκύλες".

                «Ξένε, από δω που σταθήκαμε,
1060 δεν φτάνω να δω τις ψευτομαινάδες∙ όμως
εκεί στο ψήλωμα, πάνω σ’ έλατο ψηλό (αρχίζει να γίνεται εμφανής η πηγή του εθίμου)
αν σκαρφαλώσω θα δω καλά, τα
αισχρά έργα των μαινάδων».
Και τότε πια βλέπω τα θαύματα που ΄κανε ο
ξένος. Αρπάζοντας απ’ την κορφή ένα
κλαδί ελάτου που έφτανε ως τον ουρανό
το έσυρε,
1065 το χαμήλωσε ως τη μαύρη γη το έφερε∙
λυγούσε αυτό σαν τόξο ή σαν τροχός
κυρτός που κυκλική τροχιά διαγράφει
καθώς ο τόρνος σημαδεύει την πορεία του∙
έτσι ως τη γη λύγιζε ο ξένος το
βουνίσιο κλαρί πιάνοντάς το με τα δυο
του χέρια, κάνοντας έργο υπεράνθρωπο (με το θαύμα καταδεικνύεται η θρησκευτική σημασία του δέντρου)
1070 Κι αφού τον Πενθέα έβαλε πάνω
στα κλώνια του έλατου, ανάμεσα απ’
τα χέρια του τ’ αφήνει ψηλά να ξαναπάει
απαλά, προσέχοντας ώστε να μην τον τινάξει.
Ορθό στον αέρα το έλατο εστάθη
τον αφέντη μου έχοντας πάνω στην κορφή του. (στην κορυφή, όπως βάζουν στα δεντράκια, πλαστικά ή αληθινά το άστρο - το δήθεν χριστιανικό)
1075 Και δεν ήταν τόσο αυτός που είδε τις μαινάδες αλλά
μάλλον οι μαινάδες αυτόν.
Και ενώ δεν είχε γίνει ακόμη καλά-καλά ορατός που κάθονταν εκεί πάνω,
ο ξένος έγινε άφαντος και φωνή απ’ τον
ουρανό ακούστηκε, του Διόνυσου
όπως συμπεράναμε, που λέει:
«Γυναίκες, σας φέρνω εκείνον που
εσάς κι εμένα και τις τελετές μου
1080 κοροϊδεύει∙ εμπρός τιμωρήστε τον».
Κι αυτά καθώς τα ΄λεγε στον ουρανό
πάνω και στη γη στηρίζει ιερής φωτιάς τη φλόγα. (να το και το άγιο φώς που εμφανίζεται ως επιστέγασμα της διαδικασίας)

Στην συνέχεια οι μαινάδες σπρωγμένες απο τον Θεό προσπαθούν να κατεβάσουν από εκεί τον Πενθέα για να τον τιμωρήσουν

               Κι ως είδαν τον αφέντη μου στο έλατο πάνω καθισμένο,
πρώτα-πρώτα αφού στάθηκαν σε βράχο όπως
σε πύργο αντικρινό άρχισαν με ορμή
να τον πετροβολούνε κι έπειτα κλωνάρια
ελάτου πάνω του εκτόξευαν σαν ακόντια.
Άλλες τους θύρσους πετούσαν
ενάντια στον Πενθέα, στόχο θλιβερό,
1100 μα δεν τον πετύχαιναν. Γιατί αυτός ο ταλαίπωρος,
παραλυμένος απ’ το φόβο,
βρισκόταν σε τέτοιο ύψος που η
προθυμία τους δεν μπορούσε να φτάσει.
Τέλος κλαδιά βελανιδιάς έσπασαν και
μ’ αυτούς τους ξύλινους λοστούς
το έλατο προσπαθούσαν να ξεριζώσουν.
1105 Κι επειδή πάλι χαμένοι πήγαιναν οι
κόποι τους, είπε η Αγαύη: «εμπρός
μαινάδες, γύρω-γύρω σταθείτε κι απ’
τον κορμό πιαστείτε, για να πιάσουμε
αυτό τ’ αγρίμι που ΄ναι εκεί ψηλά,
μην πάει και αποκαλύψει τους μυστικούς
χορούς του θεού». Κι αυτές με μύρια χέρια
το έλατο άρπαξαν και απ’ το (γι αυτό και εμείς σήμερα δεν στολίζουμε τα έλατα στο φυσικό τους περιβάλλον αλλά τα κόβουμε)
1110 έδαφος το ξεκόλλησαν∙ κι από εκεί
ψηλά που κάθονταν με μιας ο Πενθέας
γκρεμίζεται στο χώμα με αμέτρητα (το γκρέμισμα απο την κρυψώνα στην κορυφή του ελάτου είναι σημαδιακό και προετοιμάζει για τον τελικό στολισμό)
αγκομαχητά, γιατί ένιωθε πως στη
συμφορά κοντά βρισκόταν

Ακολουθούν οι σκηνές που οι μαινάδες με αρχηγό την μητέρα του Πενθέα Αγαύη επιτίθενται και ξεσκίζουν τον ιερόσυλο. Ο Πενθέας τεμαχίζεται όπως ο Ζαγρέας του οποίου αποτελεί το γήινο ομοίωμα. Τα μέλη του διασκορπίζονται αλλά:

...Όσο για το άθλιο κεφάλι, η μάνα του στα χέρια της το πήρε κι αφού στην κορυφή του θύρσου
της το έμπηξε, σ’ όλον τον Κιθαιρώνα το περιφέρει σαν να ΄ναι κεφάλι βουνίσιου λιονταριού, αφήνοντας τις αδερφές της στους θιάσους των μαινάδων. (Δηλαδή ο ουράνιος θεικός θύρσος = Έλατο +Πενθέας στην κορυφή γίνεται γήινος λατρευτικός Θύρσος, κοντάρι + κεφάλι Πενθέα.)




Το χριστουγεννιάτικο λοιπόν δέντρο υποστηρίζουμε πως είναι κλεμμένο και μεταμφιεσμένο το παραπάνω θεϊκό έργο-παράδοση. Καλούμε λοιπόν τους σύγχρονους συγκρητιστές να αφήσουν τις ξενέρωτες βλακείες με ειρεσιώνες αυτή την εποχή (τι στο καλό σχέση ο Απόλλωνας βρε στούρνοι καταχείμωνο) και να επιστρέψουν στην τήρηση των σωστών παραδεδομένων. Οι έχοντες έλατα στην αυλή τους μπορούν να τα στολίσουν δένοντας στην κορυφή τους όποιον δεν γουστάρουν και όλοι οι υπόλοιποι με περιορισμούς χώρου ή την ανάγκη εσωτερικού στολισμού, κάνουν το απλό να καρφώσουν σε ένα ελάτινο κοντάρι το κεφάλι των βέβηλων εχθρών τους. Οι πιο προνοητικοί μάλιστα μπορούν να το ταριχεύσουν ώστε το όλο σύστημα να εξυπηρετεί και τις ανάγκες λαμπάδας το Πάσχα (ή τα Αδώνια). Απαραίτητη επίσης η αλλαγή του μουσικού ρεπερτορίου με τα παρακάτω:






Βέβαια, οι πιο σκληροπυρηνικοί και προσεχτικοί αναγνώστες μπορούν να ξεπεράσουν τα χιουμοριστικά στοιχεία του παρόντος και διαβάζοντας το σε συνδυασμό με το αμέσως προηγούμενο κείμενο να προετοιμαστούν για τον φετινό Διονυσιακό κύκλο και να έρθουν αύριο να τιμήσουμε τον κισσοστεφή Θεό. 

Πέμπτη, 14 Δεκεμβρίου 2017

Ναρθηκοφόροι μεν πολλοί. Μια σύντομη ιστορία του νάρθηκα.

Ανάμεσα στον αστείρευτο πλούτο της ελληνικής θρησκευτικής παράδοσης, υπάρχει ένα κομμάτι εξαιρετικά δυσπρόσιτο, αφενός λόγω του σπαραγματικού χαρακτήρα των ευρημάτων, των επιβιώσεων κτλ και αφετέρου λόγω των πιο ειδικών και διεπιστημονικών γνώσεων που απαιτούνται (βοτανολόγοι, βιολόγοι, φιλόλογοι, κ.α) για να υπάρξουν σχετικές ειδικές μελέτες. Φυσικά αναφέρομαι στον θησαυρό των φυτών που είτε ως σύμβολα, είτε ως χρηστικά αντικείμενα, είτε ως λατρευτικά μυστηριακά βοηθήματα εμφανίζονται, παράλληλα με άλλα αντίστοιχα, πχ ζώα, να συντροφεύουν τους Θεούς και τους ανθρώπους στις μεταξύ τους επαφές και σχέσεις. Τα παραδείγματα είναι άπειρα. Από τα φυτά που εμφανίζονται στις διάφορες λατρευτικού ή θρησκευτικού χαρακτήρα εικονογραφήσεις και μύθους και σχετίζονται με συγκεκριμένους Θεούς μέχρι αυτά που λόγω των ιδιοτήτων τους, φαρμακευτικών ή άλλων, διαδραμάτιζαν σημαντικό ρόλο στην ζωή των αρχαίων, ο φυτικός κόσμος βρίσκεται παντού, αλλά συνήθως διαφεύγει της προσοχής μας. Λίγοι διαβάζοντας ένα μύθο ή άλλη αναφορά σε αρχαίο κείμενο, πόσο μάλλον παρατηρώντας μια εικονογραφία, θα σταθούν στο σιωπηλό βασίλειο των φυτών που αναδεικνύεται ανάμεσα σε όλα τα άλλα θέματα. Παρόλα αυτά, καθώς τα πράγματα που δεν γνωρίζουμε, οι υποθέσεις που κάνουμε, και άλλες πληροφορίες που δεν φανταζόμαστε καν καθώς μάλλον έχουν απολεσθεί για πάντα πλειοψηφούν, το ίδιο το πεδίο μας καλεί να καλύψουμε ένα τεράστιο κενό, όχι μόνο στο ευρύτερο γνωστικό αντικείμενο αλλά κυρίως στην βιωματική πρακτική που κρύβεται από πίσω.

Σε καλή σχετικά μοίρα, σε σχέση τουλάχιστον με πολλά άλλα φυτά, βρίσκεται ο νάρθηκας για τον οποίο θα μιλήσουμε στο παρόν. Και αυτό γιατί από την μία εμφανίζεται σε πληθώρα εικονογραφήσεων και αναφορών με αποτέλεσμα να ταυτοποιείται ως είδος και από την άλλη γιατί συμμετέχει ενεργά σε δύο τουλάχιστον σημαντικά κομμάτια της παραδοσιακής μυθολογίας και θρησκείας, τα οποία θα δούμε αφού πρώτα πούμε λίγα πράγματα για το εν λόγω φυτό.  Ο νάρθηξ λοιπόν, επιστημονική ονομασία "Φέρουλα η κοινή" είναι φυτό της οικογένειας των απιιδών δηλαδή συγγενές με το σέλινο, τον άνηθο κτλ, μόνο που μεγαλώνει σημαντικά σε μέγεθος με το κεντρικό του στέλεχος να φτάνει και τα 3-4 μέτρα.


«Ξύλον μεν εξ ινός και υγρού και ένια σαρκός• ξυλούται γαρ σκληρυνομένη, οίον εν τοις φοίνιξι και νάρθηξι και ει τι άλλο εκξυλούται».Θεόφραστος, Περί φυτών ιστορίας
Ανθίζει μέσα άνοιξης εμφανίζοντας τα χαρακτηριστικά κίτρινα μπουκέτα από τα άνθη ενώ από το καλοκαίρι μαραίνεται εντελώς και ο κορμός του γίνεται ξυλώδης. Αυτοφυές στην γεωγραφική περιοχή μας χρησιμοποιήθηκε από την αρχαιότητα και για τις φαρμακευτικές  (προσοχή όλα του τα μέρη είναι τοξικά) αλλά και για τις φυσικές του ιδιότητες.

Για παράδειγμα ο Διοσκουρίδης μας λέει. :
«Νάρθηκος χλωρού η εντεριώνη πινομένη αιμοπτυϊκούς και κοιλιακούς ωφελεί και εχιοδήκτοις δίδοται συν οίνω και τας εκ ρινών αιμορραγίας επέχει λεία εντεθείσα. Το δε σπέρμα στροφουμένους πινόμενον ωφελεί και ιδρώτας κινεί συγχριόμενον μετ’ ελαίου. Οι δε καυλοί βρωθέντες κεφαλαλγείς εισι. Ταριχεύεται δε και εις τας αλμεύσεις». Διοσκουρίδης, Περί ύλης ιατρικής 3, 77.
* Στο ενδιαφέρον Site για τα μανιτάρια μαθαίνουμε επίσης πως "Τον χειμώνα αναπτύσσεται στην βάση των ξερών βλαστών του ένα είδος πολύ νόστιμων μανιταριών, οι Αρτηκίτες «Pleurotus fuscus var. ferulae», που πολλές φορές παίρνουν μεγάλες διαστάσεις." και κρατήστε αυτή την πληροφορία για μια υποσημείωση μετά.

Ερχόμενοι τώρα στις φυσικές ιδιότητες του φυτού, η ελαστικότητα και αντοχή και ταυτόχρονα ελαφρύτητα του στελέχους του το έκανε κατάλληλο για διάφορες χρήσεις, ήδη από την αρχαιότητα, με γνωστότερη αυτή της υποστήριξης και δεσίματος τραυματισμένων-σπασμένων μελών εξού και το ακόμα σε χρήση όνομα αυτών των ιατρικών βοηθημάτων. Επίσης διαδεδομένη ήταν η χρήση του στην κατασκευή, μικρών συνήθως, ελαφρών κιβωτίων τύπου πυξίδας κτλ οπού και εκεί συχνά βρίσκουμε ταύτιση του ονόματος του φυτού με τα κατασκευαζόμενα αντικείμενα. Έτσι, "εκ του νάρθηκος" ονομάστηκε για παράδειγμα η περίφημη επιμέλεια της Ιλιάδας από τον Αριστοτέλη που κουβαλούσε μαζί του ο Αλέξανδρος μέσα σε πολύτιμο κουτί (νάρθηξ) που είχε βρεί λάφυρο κατά την διάρκεια της εκστρατείας του.

«κλέψας πυρὸς τηλέσκοπον αύγήν ἐν κοΐλῳ νάρθηκι», Ησίοδος
Θεογ.567

Στην εντεριώνη, την ουσία που περιέχει ο βλαστός του φυτού, όπως αναφέρει ο Διοσκουρίδης, οφείλεται, όμως, η γνωστότερη από τους μύθους, για να περάσουμε στην πρώτη μας θρησκευτικού ενδιαφέροντος περίπτωση, χρήση του φυτού που δεν είναι άλλη από την διατήρηση και μεταφορά του κλεμμένου πυρός από τον Προμηθέα. Μέσα σε ένα νάρθηκα τοποθέτησε ο Τιτάνας τα σπέρματα της ιερής φωτιάς ώστε να την μεταφέρει στους ανθρώπους και σε ανάμνηση αυτού του γεγονότος οι άνθρωποι τελούσαν λαμπαδηδρομίες προς τιμή του. Πιθανότατα στην πρώιμη τους μορφή, ώς αναπαράσταση αυτού του μυθικού γεγονότος, οι λαμπαδηφορίες θα πρέπει να γίνονταν με νάρθηκα και όχι με πυρσούς. Γιατί πράγματι το βραδύκαυστο εσωτερικό του φυτού έχει την ικανότητα να διατηρεί αναμμένη καύτρα χωρίς αυτή να καίει και να καταστρέφει το εξωτερικό.

«ναρθηκοπλήρωτον δὲ θηρῶμαι πυρὸς πηγὴν κλοπαίαν, ἣ διδάσκαλος τέχνης πάσης βροτοῖς πέφηνε καὶ μέγας πόρος.»Αισχύλου Προμηθέας Δεσμότης 109







Κάπως έτσι, σε κάποιες ελάχιστες σχετικές απεικονίσεις, οι οποίες μάλλον αναφέρονται σε  σατυρικό δράμα σχετικό με τον Προμηθέα, βλέπουμε τον Τιτάνα να παραδίδει την φωτιά από τον νάρθηκα του σε επίσης ναρθηκοφόρους Σατύρους, οι οποίοι δείχνουν έκπληκτοι ή θαυμάζουν το δώρο χορεύοντας. (Ίσως μας θυμίζει και κάτι πιο σύγχρονο και ξένο αυτή η μετά-ναρθήκωση του ιερού πυρός). Φυσικά εδώ πρόκειται για μια φυσιοκρατική απεικόνιση του κυριολεκτικού γεγονότος που αφηγείται ο μύθος, παρόλα αυτά η εικαστική συνύπαρξη του Τιτάνα που δωρίζει το θεϊκό πυρ (ότι και αν αντιλαμβανόμαστε οτι μπορεί να είναι αυτό πέρα από την γήινη φωτιά) και των σατύρων μας επιτρέπει να αναπτύξουμε κάποιους περαιτέρω συνειρμούς και να περάσουμε και στην δεύτερη μυθική/θρησκευτική χρήση του νάρθηκα που δεν είναι άλλη από αυτή που υπαινίσσεται η παροιμιώδης φράση του τίτλου που μας παραδίδει ο Πλάτωνας.


«Εἰσί γάρ δή οἱ περί τάς τελετάς ναρθηκοφόροι μέν πολλοί Βάκχοι δέ τε παῦροι»

μας λέει λοιπόν ο Πλάτωνος στον διάλογο του "Φαίδων" στην περί ψυχής συζήτηση ενώ το όλο απόσπασμα έχει ως εξής:  

«...τό δ' ἀληθές τῷ ὄντι ᾖ κάθαρσίς τις τῶν τοιούτων πάντων, καί ἡ σωφροσύνη καί ἡ δικαιοσύνη καί ἡ ἀνδρεία καί αὐτή ἡ φρόνησις μή καθαρμός τις ᾖ. Καί κινδυνεύουσι καί οἱ τάς τελετάς ἡμῖν οὗτοι καταστήσαντες οὐ φαῦλοί τινες εἶναι, ἀλλά τῷ ὄντι πάλαι αἰνίττεσθαι ὅτι ὅς ἄν ἀμύητος καί ἀτέλεστος εἰς Ἅιδου ἀφίκηται, ἐν βορβόρῳ κείσεται, ὁ δέ κεκαθαρμένος τε καί τετελεσμένος ἐκεῖσε ἀφικόμενος μετά θεῶν οἰκήσει. Εἰσί γάρ δή, φασίν οἱ περί τάς τελετάς, ναρθηκοφόροι μέν πολλοί, βάκχοι δέ τε παῦροι· οὗτοι δ' εἰσί κατά τήν ἐμήν δόξαν οὐκ ἄλλοι ἤ οἱ πεφιλοσοφηκότες ὀρθῶς»

και αυτομάτως γίνεται εμφανής αφενός η σύνδεση των ναρθηκοφόρων με τις σημαντικές μυστηριακές τελετές των αρχαίων (Ελευσίνια, ορφικές, Διονυσιακές ;) και αφετέρου η διάκριση μεταξύ απλών ναρθηκοφόρων και όντως βακχευτών δηλαδή αυτών που έχουν επιτύχει την ένθεη μανία, την κατάληψη από τον Θεό κτλ σε θρησκευτικούς όρους παρότι ο Πλάτωνας χρησιμοποιεί την ρήση για φιλοσοφική διάκριση. 

 Βέβαια Ναρθηκοφόρος είναι ο ίδιος ο Θεός, όπως βλέπουμε όχι μόνο στις ποικίλες παραστάσεις του αλλά και πχ στον ορφικό ύμνο της Μίσιδος όπου φέρει αυτό τον τίτλο με σύνδεση πάλι τα μυστήρια και δή τα ΅Ελευσίνια:

Θεσμοφόρον καλέω ναρθηκοφόρον Διόνυσον, σπέρμα πολύμνηστον, πολυώνυμον Εὐβουλῆα,ἁγνήν εὐίερόν τε Μίσην ἄρρητον ἄνασσαν ἄρσενα καὶ θῆλυν, διφυῆ, λύσειον Ἴακχον εἴτ' ἐν Ἐλευσῖνος τέρπῃ νηῷ θυόεντι...



και αυτό για τον απλό λόγο πως από νάρθηκα φτιάχνονταν οι θύρσοι αυτό το εξαιρετικά σημαντικό αντικείμενο-σύμβολο της Βακχικής λατρείας το οποίο βλέπουμε να κρατούν οι Μαινάδες, οι ακόλουθοι Σάτυροι, οι λατρευτές και φυσικά ο ίδιος ο Θεός.

Μαινάδα με Θύρσο που εμφανίζει καθαρά το στέλεχος από νάρθηκα

Κάποιοι αιτιολογικοί μύθοι μας λένε πως η χρήση του νάρθηκα για κοντάρι του Θύρσου παραδόθηκε ως εντολή από τον ίδιο το Θεό ούτως ώστε να μην κινδυνεύουν με ατυχήματα (λόγω μικρού βάρους και σκληρότητας) οι μεθυσμένοι θιασώτες του, για τους οποίους ένα μπαστούνι-μαγκούρα από νάρθηκα ήταν η καταλληλότερη λύση για να μπορούν να στηριχτούν μέν, χωρίς να κινδυνεύουν να ανοίξουν ο ένας το κεφάλι του άλλου δε. Αυτή εξάλλου - η αντικατάσταση βαρέων κονταριών πχ- ήταν μια χρήση που μαρτυρείται και αλλού, όπως μας δείχνει η αναφορά του Ξενοφώντα στο "Κύρου παιδεία", στην οποία ο Πέρσης βασιλιάς είχε σκαρφιστεί για γυμνάσια των στρατιωτών του μια αθλοπαιδιά που βασίζονταν στην χρήση κονταριών από νάρθηκα -αντί πραγματικών δοράτων:

[17] Ἔκάλεσε δ' ἐπὶ δεῖπνον ὁ Κῦρος καὶ ὅλην ποτὲ τάξιν σὺν τῷ ταξιάρχῳ, ἰδὼν αὐτὸν τοὺς μὲν ἡμίσεις τῶν ἀνδρῶν τῆς τάξεως ἀντιτάξαντα ἑκατέρωθεν εἰς ἐμβολήν, θώρακας μὲν ἀμφοτέρους ἔχοντας καὶ γέρρα ἐν ταῖς ἀριστεραῖς, εἰς δὲ τὰς δεξιὰς νάρθηκας παχεῖς τοῖς ἡμίσεσιν ἔδωκε, τοῖς δ' ἑτέροις εἶπεν ὅτι βάλλειν δεήσοι ἀναιρουμένους ταῖς βώλοις. [18] Ἐπεὶ δὲ παρεσκευασμένοι οὕτως ἔστησαν, ἐσήμηνεν αὐτοῖς μάχεσθαι. Ἐνταῦθα δὴ οἱ μὲν ἔβαλλον ταῖς βώλοις καὶ ἔστιν οἳ ἐτύγχανον καὶ θωράκων καὶ γέρρων, οἱ δὲ καὶ μηροῦ καὶ κνημῖδος. Ἐπεὶ δὲ ὁμοῦ ἐγένοντο, οἱ τοὺς νάρθηκας ἔχοντες ἔπαιον τῶν μὲν μηρούς, τῶν δὲ χεῖρας, τῶν δὲ κνήμας, τῶν δὲ καὶ ἐπικυπτόντων ἐπὶ βώλους ἔπαιον τοὺς τραχήλους καὶ τὰ νῶτα. Τέλος δὲ τρεψάμενοι ἐδίωκον οἱ ναρθηκοφόροι παίοντες σὺν πολλῷ γέλωτι καὶ παιδιᾷ...




Βέβαια το γεγονός της ακαταλληλότητας του νάρθηκα να αξιοποιηθεί ως όπλο δεν θα μπορούσε να εμποδίσει μια τέτοια χρήση από τον ίδιο τον Θεό, ο οποίος σε διάφορες ιστορίες φέρεται να σκοτώνει αντιπάλους του με τον θύρσο του, ούτε τις μαινάδες να αποτρέπουν με κατάλληλες κινήσεις τους επιθετικούς σατύρους. Υπάρχει εξάλλου και η λέξη θυρσολόγχος που υπαινίσσεται ή την χρήση του θύρσου ως λόγχη ή την μεταμφίεση μιας λόγχης σε θύρσο, αλλά όλα αυτά (όπως και οι παλαιότερες άνευ νάρθηκα κατασκευές του Θύρσου, ή τα περί της χρήσης των κωνοφόρων κτλ) μάλλον ανήκουν σε μια γενικότερη εξέταση του Θύρσου που δεν είναι της παρούσης μιας και το άρθρο μας αφορά τον νάρθηκα. 



Συρίας δ᾽ ὡς λιβάνου καπνόν 
ὁ Βακχεὺς ἀνέχων πυρσώδη φλόγα πεύκας
ἐκ νάρθηκος ἀίσσει δρόμῳ καὶ χοροῖσιν
πλανάτας ἐρεθίζων ἰαχαῖς τ᾽ ἀναπάλλων,

Τον νάρθηκα, ο οποίος και στις δύο περιπτώσεις μας, υπόκειται σε μια διαδικασία μεταμόρφωσης από ένα απλό κούφιο ξύλο σε θεϊκό αντικείμενο είτε ικανό να περιέχει το ιερό πύρ είτε να καθίσταται - άλλου τύπου- έμπυρο (εμφανές στο παραπάνω απόσπασμα, για το οποίο πέρα από την φυσιοκρατική πάλι εικόνα ενός θύρσου με αναμμένο κουκουνάρι, πάρα πολλά μπορούν ξανά να ειπωθούν, ίσως σε άλλο άρθρο για τα κωνοφόρα) εικόνα του Θεού στην Διονυσιακή λατρεία με την προσθήκη-στεφάνωμα ενός κουκουναριού και μιας κορδέλας (ή κισσού). Η διαδικασία αυτή της μεταμόρφωσης πολύ ωραία δίνεται στους παρακάτω στίχους από τις Βάκχες του Ευριπίδη :

ὦ Σεμέλας τροφοὶ Θῆβαι, στεφανοῦσθε κισσῷ·
βρύετε βρύετε χλοήρει μίλακι καλλικάρπῳ
καὶ καταβακχιοῦσθε δρυὸς ἢ ἐλάτας κλάδοισι,
στικτῶν τ᾽ ἐνδυτὰ νεβρίδων
στέφετε λευκοτρίχων πλοκάμων μαλλοῖς·
ἀμφὶ δὲ νάρθηκας ὑβριστὰς ὁσιοῦσθ᾽·
ὐτίκα γᾶ πᾶσα χορεύσει...

Ο σημειωμένος στίχος που μας ενδιαφέρει (ενώ πιο πάνω βρίσκουμε πάλι αναφορές σε άλλα ενδιαφέροντα φυτά που σχετίζονται με τον Διόνυσο) δυστυχώς στις περισσότερες μεταφράσεις αποδίδεται σαν να πρόκειται περί απλής προστακτικής στις Βάκχες να υψώσουν ψηλά τους θύρσους τους ώστε οι ίδιες να καθαρθούν (Βέβαια για παράδειγμα στην μετάφραση του Γκαστή εδώ η απόδοση "τους βίαιους θύρσους σας σείστε ευλαβικά", συνοδεύεται από την σωστή σημείωση "Η σύνθετη διαδικασία μετατροπής του απλού νάρθηκα σε σύμβολο ιερό της λατρείας του Διονύσου (σε θύρσο) που περιγράφεται εδώ, δύσκολα αποδίδεται στα νέα ελληνικά.") . Παρότι όμως η λέξη νάρθηκας όπως είδαμε μπορεί να ταυτίζεται με τον θύρσο (ναρθηκοφόρος) νομίζω πως εδώ ο στίχος αναφέρεται στην μεταμόρφωση που υποστηρίξαμε. Δηλαδή στην διαδικασία ιεροποίησης του φυτού νάρθηκα (υβριστής, μη-όσιος) σε ένα αντικείμενο κατάλληλο για την λατρεία δηλαδή ευσεβές και όσιο. Πρόκειται για την μετουσίωση του φυτού σε Θύρσο δηλαδή πραγματική εικόνα του Θεού που συντροφεύοντας στις τελετές τους λατρευτές, μαζί με τις άλλες πρακτικές, θα επιτρέψει και την μεταμόρφωση των ίδιων από "κούφια ξύλα" σε έμπυρα, δηλαδή ένθεα όντα υπό κατάληψη-μανία. Την αυτή μεταμόρφωση υφίσταται εξάλλου αναλογικά στην τραγωδία και ο ίδιος ο Πενθέας (Και εδώ εξαιρετικά δύσκολο να αποδοθούν σωστά βγάζοντας αυτό το νόημα οι στίχοι : ἀναχορεύσωμεν Βάκχιον,ἀναβοάσωμεν ξυμφορὰν τὰν τοῦ δράκοντος Πενθέος ἐκγενέτα· ὃς τὰν θηλυγενῆ στολὰν νάρθηκά τε, πιστὸν Ἅιδαν,ἔλαβεν εὔθυρσον,ταῦρον προηγητῆρα συμφορᾶς ἔχων.) με αποκορύφωμα το τέλος του (στεφανώνει αρχικά ο ίδιος ώς ανενεργό ομοίωμα του Θεού μια ελάτη (κρύβεται) και τελικά το κεφάλι του τον Θύρσο της μητέρας του (περιφέρεται), παρέχοντας μας ως αναλογία τις δυνατότητες για χρήσιμα συμπεράσματα για τον συμβολισμό του Θύρσου κτλ.

Το ίδιο εξάλλου υπονοεί και η παροιμιώδης φράση του Πλάτωνα καθώς όλοι όσοι βακχεύουν είναι ναρθηκοφόροι, δηλαδή κρατούν θύρσους από νάρθηκα, όμως, λίγοι φαίνεται πως επιτυγχάνουν την μεταμόρφωση, την ένθεη μανία που καθιστά τους ίδιους έμπυρους (αντίστοιχα είναι η έμπυρη φύση - περιέχοντα σπέρματα- των κωνοφόρων που δρά εδώ και θα ήταν χρήσιμη ίσως μια εξέταση του πότε και ποιοι στις εικονογραφίες εμφανίζονται με θύρσους με κλειστά κουκουνάρια ή αντίθετα με ανοιχτά) ή "βάκχους". Σε αυτή την περίπτωση η παρατήρηση της χρήσης των λέξεων "νάρθηξ" μαζί με "υβριστάς" σε αντίθεση με την επακόλουθη "οσίωση" είναι απαραίτητη για να αρχίσουμε τουλάχιστον να κατανοούμε τα υψηλότερα σημεία (και τις επιμέρους πρακτικές) της λατρευτικής πράξης. Μιας λατρευτικής πράξης που μπορεί να ξεκινάει από την απλή συγκομιδή ενός στελέχους από ένα "ταπεινό φυτό", την κοινή Φέρουλα αλλά καταλήγει σε μια κατεξοχήν παραδοσιακή ιερή πράξη - όργιο - μετοχής στην θεότητα.  

Και μιας και μπαίνουμε ταχύτατα στον νέο Διονυσιακό κύκλο μπήκα και εγώ στην διαδικασία προετοιμασίας του φετινού μου Θύρσου που θα με συντροφεύσει στις σχετικές τελετές ελπίζοντας στην σχετική μεταμόρφωση του εαυτού μετά την μεταμόρφωση του κούφιου ξύλου. (πλησιάζουν και τα Φαλληφόρια να είμαστε έτοιμοι).





















* Όπως το μανιτάρι φυτρώνει κρυφά γύρω απο την ρίζα του νάρθηκα του Προμηθέα και καλεί προς εξερεύνηση του έτσι ψάξιμο χρειάζεται επίσης η αναφορά στο μαγικό φυτό του Τιτάνα που φύτρωσε από το αίμα του για το οποίο γίνεται λόγος στα Αργοναυτικά. Η παρέκβαση για να δείξω την σύνδεση πραγματικότητας, λογοτεχνικών αναφορών και το πόσο πολύ οι συγκεκριμένες διαφεύγουν συνήθως της προσοχής μας και του ενδιαφέροντος μας για μελέτη.


ἡ δὲ τέως γλαφυρῆς ἐξείλετο φωριαμοῖο
φάρμακον, ὅ ῥά τέ φασι Προμήθειον καλέεσθαι. 845
τῷ εἴ κ᾽ ἐννυχίοισιν ἀρεσσάμενος θυέεσσιν
Kούρην μουνογένειαν ἑὸν δέμας ἰκμαίνοιτο,
ἦ τ᾽ ἂν ὅγ᾽ οὔτε ῥηκτὸς ἔοι χαλκοῖο τυπῇσιν,
οὔτε κεν αἰθομένῳ πυρὶ εἰκάθοι· ἀλλὰ καὶ ἀλκῇ
λωίτερος κεῖν᾽ ἦμαρ ὁμῶς κάρτει τε πέλοιτο. 850
πρωτοφυὲς τόγ᾽ ἀνέσχε καταστάξαντος ἔραζε
αἰετοῦ ὠμηστέω κνημοῖς ἔνι Καυκασίοισιν
αἱματόεντ᾽ ἰχῶρα Προμηθῆος μογεροῖο.
τοῦ δ᾽ ἤτοι ἄνθος μὲν ὅσον πήχυιον ὕπερθεν
χροιῇ Κωρυκίῳ ἴκελον κρόκῳ ἐξεφαάνθη, 855
καυλοῖσιν διδύμοισιν ἐπήορον· ἡ δ᾽ ἐνὶ γαίῃ
σαρκὶ νεοτμήτῳ ἐναλιγκίη ἔπλετο ῥίζα.
τῆς οἵην τ᾽ ἐν ὄρεσσι κελαινὴν ἰκμάδα φηγοῦ
Κασπίῃ ἐν κόχλῳ ἀμήσατο φαρμάσσεσθαι,
ἑπτὰ μὲν ἀενάοισι λοεσσαμένη ὑδάτεσσιν, 860
ἑπτάκι δὲ Βριμὼ κουροτρόφον ἀγκαλέσασα,
Βριμὼ νυκτιπόλον, χθονίην, ἐνέροισιν ἄνασσαν,
λυγαίῃ ἐνὶ νυκτί, σὺν ὀρφναίοις φαρέεσσιν.
μυκηθμῷ δ᾽ ὑπένερθεν ἐρεμνὴ σείετο γαῖα,
ῥίζης τεμνομένης Τιτηνίδος· ἔστενε δ᾽ αὐτὸς 865
Ἰαπετοῖο πάις ὀδύνῃ πέρι θυμὸν ἀλύων.

Τρίτη, 28 Νοεμβρίου 2017

Ο Αμβρόσιος και οι λοιποί άθεοι που προκαλούν πλημμύρες

Την ώρα που ακόμα ανασύρονταν πτώματα ανθρώπων - τραγικών θυμάτων των πρόσφατων πλημμυρών στην περιοχή της Μάνδρας Αττικής - ο γνωστός για την ευψυχία του χριστιανός ποιμενάρχης Αμβρόσιος αναρτούσε στο προσωπικό του ιστολόγιο κείμενο στο οποίο επέρριπτε την ευθύνη των καταστροφών στο άθεο κράτος και τους άθεους λειτουργούς του (Τσίπρα και ΣΙΑ), ενώ επίσης εγκαλούσε (ώς λύση;) τους δημοσιογράφους που δεν σκέφτηκαν να έχουν στα πάνελ - προς πλήρωση του τηλεοπτικού γροτέσκου τσίρκου εκμετάλλευσης των συναισθημάτων - εκπροσώπους της ένθεης εκκλησίας. Τελικώς προσέφερε και λίγα λόγια μωροσοφίας από τα ευαγγέλια μην αποπροσανατολιστεί ο κόσμος και νομίζει πως απλά κάνει μικροπολιτική ή ακόμα χειρότερα πως γκρινιάζει σαν κερατωμένη γκόμενα επειδή δεν συμμετείχε σε κάποιο πάνελ, ενώ στην πραγματικότητα ως ιερέας προσφέρει τις κοινωνικές του υπηρεσίες. Βέβαια στο πρώτο σκέλος, ο Αμβρόσιος παρασυρμένος από την δεξιά του ρητορική φαίνεται να ξεχνάει πως πολλές φορές στο παρελθόν είχαμε φονικές πλημμύρες στην Αττική (μη εξαιρουμένης της περιοχής του Ασπρόπυργου στην οποία το πρόβλημα ήταν γνωστό. βλ. σελ12), άρα η ευθύνη φαίνεται να μην είναι προνόμιο των πρόσφατων και δηλωμένων άθεων αριστερών που μισεί ο Αμβρόσιος, αλλά πρέπει να αναζητηθεί αλλού.


Παρόλα αυτά, εν αγνοία του, ο φέρων τον μέλανα χιτώνα στρατιώτης του Χριστού, μίλησε αληθώς. Για τις καταστροφικές με τόσα θύματα πλημμύρες όντως φταίει το άθεο κράτος και οι άθεοι πολιτικοί και πολίτες του, οι οποίοι συλλογικά εμφανίζουν την μοντέρνα μορφή της τραγικότητας (στην αρχαία τραγωδία η τραγικότητα έγκειται στην άγνοια του ήρωα ή στην ανικανότητα του να απεμπολήσει την υπεροχή του, στην Σαιξπηρική εκδοχή η τραγικότητα έγκειται στην ανικανότητα του ήρωα να υπερβεί τις κακίες ή μικρότητες του παρότι συγκρούεται εσωτερικά, στην σύγχρονη εκδοχή η τραγικότητα έγκειται στην καθολική βλακεία του ήρωα και την ανικανότητα να αποκτήσει γνώση και κρίση επί των αποτελεσμάτων των πράξεων του). Φταίνε αυτοί όχι γιατί οι φυσικές καταστροφές με θύματα ανθρώπινες ζωές δεν είναι κάτι που συμβαίνει κατά καιρούς χωρίς να ευθύνεται κανένας (εξάλλου η ισχύς είναι γνώρισμα των Θεών) αλλά γιατί υπάρχουν και καταστροφές επικείμενες και προδιαγεγραμμένες (πχ μελέτη απο το 2004), βάσει των ίδιων των ανθρώπινων πράξεων. Φυσικά, εμείς στους αθέους, τους κατεξοχήν μάλιστα, τοποθετούμε και τον ίδιο τον Αμβρόσιο όπως επίσης και όλο το θρησκευτικό συνονθύλευμα που ονομάζεται χριστιανισμός. Όχι μόνο γιατί ως άθεους τους αντιμετώπιζαν οι σοφοί πρόγονοι μας (πχ Κέλσος, Πορφύριος) αλλά και γιατί το αποδεικνύουν καθημερινά με λόγους και πράξεις, τέτοιες ώστε πολλές φορές να έρχεται η Νέμεσις, αυτή που μοιράζει τα δικαίως οφειλόμενα, να υποδείξει τον λάθος δρόμο.

Τα περί τραγικότητας εύκολα ανιχνεύονται αρκεί να δούμε το ιστορικό παρόμοιων καταστροφών ή διαβάζοντας και ακούγοντας τις κατηγορίες περί ολιγωρίας, σχεδίων στο συρτάρι κτλ που καθημερινά εκτοξεύονται από δώ και κεί, όχι για να παγιωθεί επιτέλους η γνώση που αναφέρουμε παραπάνω αλλά για να επιβεβαιωθεί πως το ευθυνο-πετειν είναι το αγαπημένο σπόρ των σύγχρονων Ελλήνων. Τα τετριμμένα και γραφικά πια, "η φύση εκδικείται", "αφού μπαζώσαμε τα ρέματα", "με τόσα αυθαίρετα", "οι κακοτεχνίες του δημοσίου" κτλ  είναι γνωστά σε όλους και φυσικά εν πολλοίς ισχύουν. Αυτό που δεν είναι τόσο εμφανές στους πολλούς είναι το γιατί αυτή η τραγικότητα, αλλά και οι παραπάνω παρατηρήσεις, είναι αποτέλεσμα και οφείλονται στην αθεϊα όπως ξέρασε και το στόμα του Αμβρόσιου. Ο Αμβρόσιος που ξεχνάει αφενός πως οι μόνοι Άμβροτοι είναι οι Θεοί και αφετέρου πως ο χριστιανισμός, ώς μονοθεισμός, είναι αποκλειστικά υπεύθυνος (στον Δυτικό κόσμο) για την σταδιακή ιδεολογική αντικειμενοποίηση της θεάς Φύσις (δαιμονοποίηση --> απομάγευση), διαδικασία η οποία νομοτελειακά καταλήγει σε καταστροφή. Εξάλλου, όπως έχω υποστηρίξει και στο παρελθόν, δεν νομίζω ποτέ να έχει εκφραστεί από τα χείλη δήθεν θεού (Και εὐλόγησεν ὁ Θεὸς τὸν Νῶε καὶ τοὺς υἱοὺς αὐτοῦ καὶ εἶπεν αὐτοῖς...) χειρότερη και πιο άθεη προσταγή από την χριστιανική "...αὐξάνεσθε καὶ πληθύνεσθε καὶ πληρώσατε τὴν γῆν καὶ κατακυριεύσατε αὐτῆς. καὶ ὁ τρόμος καὶ ὁ φόβος ὑμῶν ἔσται ἐπὶ πᾶσι τοῖς θηρίοις τῆς γῆς, ἐπὶ πάντα τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ καὶ ἐπὶ πάντα τὰ κινούμενα ἐπὶ τῆς γῆς καὶ ἐπὶ πάντας τοὺς ἰχθύας τῆς θαλάσσης...", την οποία θα έπρεπε να θυμηθεί ο άθεος Αμ-Βρόσιος (....καὶ πᾶν ἑρπετόν, ὅ ἐστι ζῶν, ὑμῖν ἔσται εἰς βρῶσιν· ὡς λάχανα χόρτου δέδωκα ὑμῖν τὰ πάντα.) αντι των ρήσεων από το κατα Ματθαίον, αν είχε την ικανότητα να καταλάβει πως ώς βροτός και εν αντιθέσει με τους Θεούς δεν γίνεται να τίθεται πάνω από αυτούς.



Γιατί μπορεί τα ποτάμια που με ευκολία ο σύγχρονος άθεος άνθρωπος μπαζώνει να μην εμφανίζουν σε αυτόν κανένα θείο χαρακτηριστικό αλλά για τους παλαιούς ανθρώπους τα ποτάμια (στα οποία ορκίζονταν οι άνθρωποι) ήταν (ΕΙΝΑΙ) Θεότητες. Και μπορεί ο ελευσινιακός Κηφισός να λέγεται τώρα στα κανάλια και από τους σύγχρονους "σαρανταπόταμος" ώστε να είναι δύσκολη η μυθολογική του ταύτιση με το Θείον αλλά αυτό δεν αλλάζει την οντολογική του ύπαρξη. Την απόσταση που χωρίζει τον αρχαίο ένθεο άνθρωπο με τον σύγχρονο άθεο μπορεί να μας την καταστήσει σαφή μια μελέτη των παρακάτω, πολύ επίκαιρα και λόγω εποχής - Ποσειδεων μην - όπως θα δούμε.

«ῥεῖ δὲ Κηφισὸς πρὸς Ἐλευσῖνι βιαιότερον παρεχόμενος τοῦ προτέρου ῥεῦμα· καὶ παρ᾽ αὐτῷ καλοῦσιν Ἐρινεόν, λέγοντες τὸν Πλούτωνα ὅτε ἥρπασε τὴν Κόρην καταβῆναι ταύτῃ. πρὸς τούτῳ τῷ Κηφισῷ λῃστὴν Πολυπήμονα ὄνομα, Προκρούστην δὲ ἐπίκλησιν, Θησεὺς ἀπέκτεινεν. [38.6] Ἐλευσινίοις δὲ ἔστι μὲν Τριπτολέμου ναός, ἔστι δὲ Προπυλαίας Ἀρτέμιδος καὶ Ποσειδῶνος Πατρός, φρέαρ τε καλούμενον Καλλίχορον, ἔνθα πρῶτον Ἐλευσινίων αἱ γυναῖκες χορὸν ἔστησαν καὶ ᾖσαν ἐς τὴν θεόν. τὸ δὲ πεδίον τὸ Ῥάριον σπαρῆναι πρῶτον λέγουσι καὶ πρῶτον αὐξῆσαι καρπούς, καὶ διὰ τοῦτο οὐλαῖς ἐξ αὐτοῦ χρῆσθαί σφισι καὶ ποιεῖσθαι πέμματα ἐς τὰς θυσίας καθέστηκεν. ἐνταῦθα ἅλως καλουμένη Τριπτολέμου καὶ βωμὸς δείκνυται· [38.7] τὰ δὲ ἐντὸς τοῦ τείχους τοῦ ἱεροῦ τό τε ὄνειρον ἀπεῖπε γράφειν, καὶ τοῖς οὐ τελεσθεῖσιν, ὁπόσων θέας εἴργονται, δῆλα δήπου μηδὲ πυθέσθαι μετεῖναί σφισιν. Ἐλευσῖνα δὲ ἥρωα, ἀφ᾽ οὗ τὴν πόλιν ὀνομάζουσιν, οἱ μὲν Ἑρμοῦ παῖδα εἶναι καὶ Δαείρας Ὠκεανοῦ θυγατρὸς λέγουσι, τοῖς δέ ἐστι πεποιημένα Ὤγυγον εἶναι πατέρα Ἐλευσῖνι· οἱ γὰρ ἀρχαῖοι τῶν λόγων ἅτε οὐ προσόντων σφίσιν ἐπῶν ἄλλα τε πλάσασθαι δεδώκασι <καὶ> μάλιστα ἐς τὰ γένη τῶν ἡρώων.». -Παυσανίας Αττικά.

Η σημερινή Μάνδρα είναι χτισμένη στο Θριάσιον πεδίον (μέρος του ακόμα αρχαιότερου Ράριου), δηλαδή τον ιερότατο κατά την αρχαιότητα χώρο που εκτυλίσσεται το ελευσινιακό θείο δράμα, τον χώρο που τελούνται τα Ελευσίνια Μυστήρια, τον χώρο που σύμφωνα με την Αττική μυθολογία εμφανίστηκε η καλλιέργεια των σιτηρών ως δώρο της Θεάς Δήμητρας στην ανθρωπότητα. Τον χώρο αυτό - σιτοβολώνα της Αττικής - βρέχαν τα πολλά ρέματα της περιοχής με κυριότερη πηγή τον Ελευσίνιο Κηφισό (του οποίου την έξοδο στον κόλπο της Ελευσίνας εμποδίζει η σύγχρονη δόμηση και έργα με αποτέλεσμα την υπερχείλιση, με Τέλος τις πλημμύρες). Σε αυτά τα ρέοντα ύδατα και την υπερχείλιση τους, εκδήλωση της ισχύος του Θεού Ποσειδώνα, οφείλονταν η γονιμότητα του εδάφους (Φυτάλμιος) που επέτρεπε την εκτεταμένη καλλιέργεια των σιτηρών σε όλο το ιερό πεδίον. Δεν είναι εξάλλου τυχαία η κοινή του λατρεία στην περιοχή με τη Δήμητρα. Επίσης δεν είναι τυχαίο πως οι βασικές εορτές προς τιμήν και των δύο (Πχ Αλώα) λαμβάνουν χώρα αυτή την περίοδο του χρόνου, ούτε τυχαίο πως όλες οι έντονες βροχές με πλημμύρες στην περιοχή έχουν συμβεί κατά τους μήνες Οκτώβριο-Νοέμβριο, ήτοι Μαιμακτηριώνα (κυριαρχία Διός...Υε Κατεβάτα) και Ποσειδεώνα (Κυριαρχία Ποσειδώνα, Θεμελιούχος και Πλη(ε)ρώσιος).



Αυτά τα θεία ύδατα οι τραγικοί άθεοι βροτοί τα αποκαλούν τώρα: Ρέματα και χείμαρροι θανάτου, έχοντας αποκτηνωθεί σε θρησκευτική αντίληψη από τους Αμβρόσιους 1600 ετών. Αντιθέτως, αυτά τα θεία ύδατα τιμούσαν και φρόντιζαν οι παλαιοί ένθεοι κάτοικοι της περιοχής προφανώς έχοντας πολύ καθαρότερη αντίληψη των πραγμάτων απ' ότι οι σημερινοί. Βέβαια, αυτή η αλλαγή αντίληψης είναι νομοτελειακά αναμενόμενη καθώς με την απομάγευση της φύσης και την μεταβολή της λατρείας των ποταμιών, στα μπαζώματα της ανάπτυξης, αμβλύνεται στον άνθρωπο αμφίδρομα η ικανότητα προσέγγισης του ιερού. Κάπως έτσι τελικά, με την καταστροφή του Θριάσιου, με την υβριστική εξαφάνιση και μόλυνση των Ρείτων, με την μη αναγνώριση του εντός του κόσμου θείου, η αθεία ευθύνεται και για τις φονικές προδιαγεγραμμένες "φυσικές" καταστροφές.


Παρασκευή, 17 Νοεμβρίου 2017

Ο ελληνισμός υπό αναζήτηση και αποκάλυψη - Μια τριάδα βιβλίων



Πολύ συχνά, στους χώρους των ιδεών, εμφανίζονται, χωρίς πάντα να γίνεται αντιληπτό το φαινόμενο, παράλληλες διαδρομές, παρόμοιες αναζητήσεις και συσχετιζόμενες καταγραφές, οι οποίες αν αντιμετωπιστούν ως ενιαίο σύνολο εντός συγκεκριμένου πλαισίου μπορούν να φωτίσουν τα όρια στα οποία κινούνται και εκφράζονται οι συγκεκριμένες ιδέες. Τα όρια αυτά, όχι σπάνια, φαίνονται εντελώς απόμακρα και οι εντός τους περιεχόμενες αποχρώσεις αλληλοαναιρούμενες, ειδικά όταν τα φαινόμενα αντιμετωπίζονται αποσπασματικά, χωρίς φωτισμό των μεταξύ τους σχέσεων, καθιστώντας ακατανόητες τις κοινές συνιστώσες. Υπάρχουν, όμως και περιπτώσεις, όπου ο χρόνος, ο τόπος, η απλά η συγκυρία, συγκλίνουν με αποτέλεσμα οι ουσιαστικές σχέσεις να αναδεικνύονται.

Μια τέτοια περίπτωση, έτσι όπως την βίωσα προσωπικά, είναι αυτή των τριών βιβλίων που θα συζητήσουμε στο παρόν. Ο τόπος η Ελλάδα, ο χρόνος το διάστημα μεταξύ των ετών 2016-2017. Τυχαία συγκυρία πως διανύοντας το τελευταίο έτος του ανοιχτού πανεπιστημίου δεν είχα παρά ελάχιστο χρόνο και διάθεση για εξωσχολικά διαβάσματα οπότε τα τρία βιβλία που μας ενδιαφέρουν και εκδόθηκαν αυτή την περίοδο, ήταν από τα ελάχιστα που κατάφερα να διαβάσω, με αποτέλεσμα να δημιουργείται εξαρχής μια εγγύτητα μεταξύ τους. Εγγύτητα στο πότε τα διάβασα, εγγύτητα στην θέση τους πάνω στο γραφείο, εγγύτητα στα ενδιαφέροντα μου και στην θεματολογία του παρόντος ιστολογίου. Ουσιαστικά, υπάρχει εγγύτητα στα ουσιώδη αίτια της συγγραφής τους και στις διαδρομές που κινούνται, καθώς και τα τρία θα λέγαμε πως ασχολούνται με ιστορικές πτυχές και διαδρομές του ελληνισμού, μιας συγκεκριμένης μάλιστα έκφανσης αυτού. Τελικά, και τα τρία ανήκουν εμμέσως στην ευρύτερη προβληματική περί της ελληνικής ταυτότητας. Σύμφωνα με τα παραπάνω η ταυτόχρονη τους εξέταση μπορεί να μας αποκαλύψει τα όρια στα οποία η προβληματική για την ελληνική ταυτότητα (εντός του συγκεκριμένου πλαισίου που ορίζει η θεματική των βιβλίων) κινείται, καθώς και τις έξω από τον κόσμου του βιβλίου συνεκδηλώσεις και συσχετίσεις της, εφόσον υπάρχει η δυνατότητα εξέτασης τους.

Υπό μια έννοια, λοιπόν, το παρόν θα είναι μια τριπλή βιβλιοπαρουσίαση, στην οποία θα προσπαθήσω να είμαι όσο το δυνατόν πιο αντικειμενικός, καθώς, καλώς η κακώς τους δύο από τους τρεις συγγραφείς τους γνωρίζω προσωπικά. Η παρουσίαση των βιβλίων θα ακολουθήσει την σειρά με την οποία τα διάβασα και νομίζω πως είναι και η σειρά έκδοσης τους. Μετά θα δούμε που θα μας οδηγήσουν οι συνειρμοί που θα προκύψουν καθώς με την ευκαιρία της κοινής βιβλιοπαρουσίασης θα μας δοθεί η δυνατότητα διαπίστωσης εσώτερων σχέσεων, στον κόσμο των συγκεκριμένων ιδεών, όπως αρχικά αναφέραμε.

Το πρώτο βιβλίο είναι το πιο πρόσφατο έργο του Δρ. φιλοσοφίας του Cambridge Νικήτα Σινιόσογλου με τίτλο "Αλλόκοτος Ελληνισμός". Σε αυτό, το πρώτο του νομίζω εκτενές έργο στα ελληνικά, ο συνεχώς κομίζων νέες ιδέες στο αντικείμενο του Σινιόσογλου, ασχολείται με επτά ιδιαίτερες προσωπικότητες του ύστερου μεσαίωνα και της νεότερης ελληνικής ιστορίας που κάτω από το πρίσμα του συγγραφέα αποτελούν αιχμές, "ακμές" σε αυτό που περιγράφει ώς αλλόκοτες, περιθωριακές ιδέες. Οι προσωπικότητες αυτές, οι περισσότερες άγνωστες στο ευρύ κοινό, είναι σε χρονολογική σειρά οι : Γεμιστός Πλήθων (1355-1452), Κυριάκος Αγκωνίτης (1391-1452,) Μάρουλλος Ταρχανιώτης (1453-1500), Χριστόδουλος Παμπλέκης (1733-1793), Θεόφιλος Καίρης (1784-1853), Παναγιώτης Σοφιανόπουλος (1786-1856) και Κωνσταντίνος Σιμωνίδης (1820-1867).

Το κύριο προσόν του έργου δεν είναι η βιογραφική παρουσίαση των προσώπων αυτών, αλλά η ανάπτυξη μιας συνθετικής εικόνας για τον αλλόκοτο ελληνισμό τους, καθώς και ο φωτισμός των ιδιαιτέρων χαρακτηριστικών που κάνουν τις ιδέες που εξέφρασαν οι προσωπικότητες αυτές, να συνδέονται μεταξύ τους ή να απομακρύνονται από τις άλλες, κυρίαρχες ιδέες της εποχής τους. Από τον προ-ρομαντικό προ-αρχαιολογικό έρωτα των αρχαίων καταλοίπων του Αγκωνίτη, στις ευφάνταστες πλαστογραφήσεις του Σιμωνίδη, ο αναγνώστης ταξιδεύει στους κόσμους των μεθοριακών ιδεών που κατάφεραν και δεν κατάφεραν να διαμορφώσουν τον νέο Ελληνισμό, που σαν σκιά, ακόμα βρίσκονται πίσω από τις διαδικασίες και οσμώσεις, οι οποίες δημιούργησαν το σύγχρονο εννοιολογικό περιεχόμενο του ελληνισμού. Φυσικά, όπως και στα αγγλόφωνα του έργα για την Βυζαντινή περίοδο, ο Σινιόσογλου εστιάζει στις πτυχές εκείνες των ιδεών που ακουμπώντας ή τιθέμενες και οι ίδιες σε επαφή με την κλασική προ-χριστιανική ανόθευτη ελληνικότητα, έρχονται συχνά σε σύγκρουση με τις καθιερωμένες μετέπειτα ιδεολογικές παγιώσεις, με αποτέλεσμα να αποτελούν ακόμα "αιχμές" στα βέλη οποιαδήποτε σύγχρονης αναζήτησης (ιδεολογικής και όχι μόνο) περί Ελληνικότητας. Η γλώσσα του συγγραφέα είναι εξαιρετική και αποτυπώνει με μεγάλη διαύγεια τις σκέψεις και ιδέες του, ένα πραγματικά εξαιρετικό έργο, του οποίου η ανάγνωση με ικανοποίησε αφάνταστα. Μια πολύ ενδιαφέρουσα παρουσίαση του βιβλίου θα βρείτε εξάλλου και εδώ.

Το πολύ ενδιαφέρον τα τελευταία χρόνια, είναι πως μελέτες σαν και αυτές του Σινιόσογλου, βιβλία για τον Πλήθωνα και το Βυζάντιο, ή για άλλοτε άγνωστες πτυχές και προσωπικότητες της ιστορίας, όπως για παράδειγμα η περίπτωση του Μάρουλλου, διεισδύουν στην νεοελληνική πραγματικότητα με διάφορους τρόπους, ξεφεύγοντας από τις πανεπιστημιακές βιβλιοθήκες. Ακολουθώντας συχνά περίεργες διαδρομές, καταφέρουν, σαν τις περιθωριακές ιδέες των ηρώων του πρώτου βιβλίου, να εισχωρήσουν σε καθημερινές συζητήσεις, σε διαδικτυακές κόντρες, στις προσωπικές αναζητήσεις περί της νεοελληνικής ταυτότητας διαφόρων ανθρώπων. Συχνά αυτό συμβαίνει μέσω άλλων βιβλίων και άρθρων, απλών ερευνητών και φιλομαθών ανθρώπων που λαμβάνοντας την σκυτάλη εκλαϊκεύουν την γνώση των πρώτων έργων και με την σειρά τους προσθέτουν ένα λιθαράκι στην διευρυμένη καλλιέργεια των σχετικών αναζητήσεων.


Μια τέτοια περίπτωση είναι αυτή του δεύτερου βιβλίου, "Αγαλματένια Κρίνα" του δημοσιογράφου και συγγραφέα Μηνά Παπαγεωργίου, ο οποίος είναι από τους συνήθεις υπόπτους, είτε αρθρογραφώντας στον καθημερινό και μηνιαίο τύπο, είτε μέσω των δικών του έργων, στην παραπάνω διαδικασία διάχυσης τέτοιων ιδεών σε ένα ευρύτερο κοινό. Καθώς μάλιστα οι προσωπικές του αναζητήσεις περί της ελληνικής ταυτότητας τα τελευταία χρόνια τον έχουν οδηγήσει σε παρόμοια μονοπάτια, σίγουρα ανιχνεύονται επιρροές από το έργο του Σινιόσογλου, το οποίο αξιοποιεί στις δικές του ιδεολογικές αποτυπώσεις (κάτι που αναγνωρίζεται φυσικά, όπως στην συνέντευξη εδώ). Μια σχετική συνέντευξη μάλιστα του δεύτερου στον πρώτο μπορείτε να διαβάσετε εδώ.
Εκεί λοιπόν που ο "Αλλόκοτος Ελληνισμός" παρουσίαζε επτά προσωπικότητες, τα "αγαλματένια κρίνα" μας παρουσιάζουν εννέα - ίσως αλλόκοτες επίσης - ιστορίες, ή καλύτερα ιστορικά στιγμιότυπα και περιπτώσεις, οι οποίες κατά τον συγγραφέα αποτελούν ενδείξεις προχριστιανικών ελληνικών επιβιώσεων στην νεότερη ιστορία. Από τις αναφορές λοιπόν για "εθνικούς" στην Λακωνία του 9ου αιώνα έως στις λαϊκές επιβιώσεις παγανιστικών πρακτικών στην νεότερη Ελλάδα, τα στιγμιότυπα αυτά υπονοούν μια επιβίωση και "αντίσταση" του κλασικού ελληνισμού δια μέσω των αιώνων, μια επιβίωση η οποία στηρίζει και εμπνέει μέχρι σήμερα τις αντίστοιχες νεότερες ιδεολογικές προσπάθειες επανεύρεσης αυτού του "κλασικού", "πραγματικού" ελληνισμού, όπως και αν τον εννοεί ο καθένας που τσαλαβουτάει στις ανεξάντλητες πηγές του προχριστιανικού πολιτισμού μας. Φυσικά αυτό, δηλαδή η ανίχνευση τέτοιων "επιβιωμάτων"  είναι κάτι που πολλές φορές, ειδικά στην αρχή της, έκανε προγραμματικώς  η επιστήμη της λαογραφίας στην Ελλάδα, θέλοντας να αποδείξει την σύνδεση των νεότερων Έλληνων με τους παλαιούς. Η διαφορά τώρα είναι πως πρωτοκαθεδρία λαμβάνει όχι το ίδιο το επιβίωμα (ή οι επιβιώσαντες) αλλά η ιδεολογική ταυτότητα του επιβιώματος ώς μη χριστιανικό, δηλαδή πολυθεϊστικό. Το άλμα βέβαια από την επιβίωση μιας πρακτικής στην επιβίωση μιας ιδέας, πόσο μάλλον μιας ταυτότητας είναι αρκετά μεγάλο και ορθώς στο έργο κάτι τέτοιο δεν λαμβάνει ρητώς χώρα παρότι υπονοείται. Για παράδειγμα ο συγγραφέας επαναφέρει ανάμεσα στις εννέα περιπτώσεις, αναλύοντας την περισσότερο, μια δική μου αρχική υπόθεση, υπόθεση-εργασίας αν θέλετε, από το παλαίοτερο άρθρο μου "Διιπόλεια-Βουφόνια και μαγικές περιαρόσεις". Η διαφορά ανάμεσα στα δύο νομίζω πως έγκειται, στο ότι η δική μου εστίαση είχε να κάνει με μια προσπάθεια ερμηνείας της αρχαίας πρακτικής μέσω σύγκρισης με τις νεότερες και όχι απαραίτητα με μια προσπάθεια ανάδειξης επιβιώσεων και συνέχειας, αλλά για αυτά περισσότερα σε λίγο. Το βιβλίο εν τέλει είναι καλογραμμένο, σύντομο και αποτυπωμένο με δημοσιογραφικό στύλ. Έχοντας αυτά τα χαρακτηριστικά είναι ένα πολύ καλό βιβλίο για να φέρει σε επαφή με όλα τα παραπάνω ζητήματα και την συγκεκριμένη θεματολογία τον μέσο Έλληνα "ψαγμένο" αναγνώστη. Στα σύν του έργου, επίσης, η παρουσίαση όλων των πηγών του συγγραφέα, κάτι που δίνει το δικαίωμα, στον επίδοξο νέο αναζητητή της παλαιάς-νέας νεοελληνικής ταυτότητας να ψαχτεί περισσότερο. Αυτό που κατά την γνώμη μου λείπει ή που μάλλον προσωπικά θα ήθελα, χωρίς αυτό να μειώνει την αξία του έργου, καθώς δεν φαίνεται να ήταν στους σκοπούς του συγγραφέα εξ αρχής, μιας και μάλλον θα άλλαζε την μορφή και αναγνωστική στόχευση του βιβλίου, θα ήταν μια μεγαλύτερη κριτική ανάλυση και σύνθεση των αναφερόμενων περιπτώσεων επί τη βάση της ιδεολογικής τους συνοχής, έτσι όπως την αντιλαμβάνεται ο συγγραφέας, μιας και την υπονοεί.

Αφού, όμως αναφερθήκαμε σε επιβιώσεις και συνέχειες ας πάμε να δούμε και το τρίτο έργο και το πώς αυτό σχετίζεται με τα παραπάνω. Πρόκειται για το " Το μεγαλείο και την απελπισία σου", του Βλάση Ρασσιά που υποτιτλίζεται από τον συγγραφέα ως "Ιστορικό αφήγημα για την μυστική διαδρομή της ελληνικής εθνικής θρησκείας.". Αναγκαστικά, για την κατανόηση του συγκεκριμένου βιβλίου, ακόμα και του υπότιτλου, αλλά και για την περαιτέρω ανάπτυξη της προβληματικής που απασχολεί συχνά πυκνά και το παρόν ιστολόγιο θα χρειαστούν αρκετές διευκρινήσεις, οπότε με την συγκεκριμένη περίπτωση θα ασχοληθούμε εκτενέστερα, πέραν των πραγμάτων που θα λέγαμε ως απλή βιβλιοπαρουσίαση. Μέσω αυτών θα προσδιορίσουμε και το γενικότερο πλαίσιο ιδεών που αναφέραμε, καθώς για παράδειγμα από την μία για το παρόν βιβλίο αλλά και άλλες δραστηριότητες του ο συγγραφέας αντλεί από τα έργα ερευνητών όπως ο Σινιόσογλου και από την άλλη εμπνέει το ενδιαφέρον για έργα όπως του Παπαγεωργίου.

Για όσους ασχολούνται έστω και στο ελάχιστο με το σύγχρονο αρχαιολατρικό κίνημα στην Ελλάδα, ειδικά με το κομμάτι εκείνο που αναφέρεται στην πατρώα θρησκευτική παράδοση το όνομα του Β.Ρασσιά είναι πολύ γνωστό, καθώς εκτός από την συγγραφή αρκετών σχετικών βιβλίων, είναι και ο ιδρυτής και αδιαμφισβήτητος ηγέτης του Υπάτου Συμβουλίου των Ελλήνων Εθνικών. Περισσότερα για τον ίδιο στην πλούσια προσωπική του σελίδα. Οι πιο ψαγμένοι στον "χώρο" γνωρίζουν επίσης ή έχουν βιώσει, την προσπάθεια ηγεμονίας ή με την αρνητική όψη, καπελώματος, του όλου "χώρου" εκ μέρους του συγγραφέα αρχής γενομένης από το ίδιο το όνομα της προσωπικής του οργάνωσης αλλά και από την όλη τακτική που χρόνια ακολουθεί ο ίδιος προσωπικά αλλά και το ΥΣΕΕ κάτω από την καθοδήγηση του. Αυτό ίσως που θέλει ιδιαίτερη επαφή και παρακολούθηση για να γίνει κατανοητό είναι η σταδιακή, ιδεολογική και τακτική θα λέγαμε, στροφή του συγγραφέα τα τελευταία χρόνια, από την υπεράσπιση μιας "φυσικής", "εθνικής", ανοιχτής πολυθειστικής θρησκείας, στην κατασκευή μιας ιδιόμορφης σεκταριστικής αφήγησης για την συνέχεια του ελληνικού πολυθεϊσμού, που αποσκοπεί προφανώς και κυρίως στην επίτευξη του παραπάνω πατροναρίσματος. Με λίγα λόγιαμ η αφήγηση αυτή που εμφανίστηκε το 2008 και βασίζεται ως έμπνευση και πηγές κατά κύριο λόγο στις εργασίες του ιστορικού Κων/νου Σάθα, λέει πως μέσω κάποιων μυστικών εταιριών του μεσαίωνα (Πχ. Ολύμπια Αδελφότης), η Ελληνική θρησκεία και μυστικά σχετικά με αυτή (τυπικά τελετών κ.α) επιβίωσε κρυφά από την εποχή του Πλήθωνα  και πως μέσω μιας σειράς διαδοχής η οποία καταλήγει στο σημερινό ΥΣΕΕ έφτασε στις ημέρες μας. Αποτέλεσμα των ανωτέρω είναι αφενός το ΥΣΕΕ να υποστηρίζει πως αποτελεί την Μοναδική, πραγματική, αληθινή ή ότι άλλο έκφραση της Ελληνικής θρησκείας και από την άλλη ο ίδιος ο Β.Ρασσιάς να φέρεται ως ο "νόμιμος" κάτοχος και εκπρόσωπος της. Για τα ιδεολογικά προβλήματα μιας τέτοιας αφήγησης έχω αναφερθεί στο παρελθόν (πχ εδώ) αρκετές φορές οπότε δεν χρειάζεται να επεκταθούμε ας δούμε, όμως, πως σχετίζονται με το βιβλίο.

Το συγκεκριμένο, λοιπόν, βιβλίο, είναι το προαναγγελθέν (όταν αρχικά παρουσιάστηκαν απο τον  συγγραφέα οι πρώτες εξιστορήσεις της συγκεκριμένης αφήγησης και ύστερα από τις εύλογες απορίες ή ερωτήσεις αρκετών ανθρώπων για την "απόδειξη" των λεγομένων του ή έστω για παρουσίαση των "πηγών" του, ο ίδιος είχε υποστηρίξει πως η κατεστημένη ιστορική επιστήμη δεν καταγράφει την δράση τέτοιων μυστικών εταιριών και την παράδοση αυτή οπότε στο μέλλον θα παρουσίαζε όλη την ιστορία υπό την μορφή "μυθιστορήματος"), αποκορύφωμα της παραπάνω προσπάθειας και το αποτέλεσμα των συσσωρευτικών μικροαφηγήσεων και κατασκευών που εν συνόλω καταλήγουν στην ολοκληρωμένη εικόνα που σύντομα περιέγραψα, όπως αυτές εμφανίστηκαν από την αρχή δημιουργίας του αφηγήματος μέχρι πριν περίπου ένα χρόνο που αυτό παγιώθηκε στα βασικά του χαρακτηριστικά. Πολύ ενδιαφέρουσα είναι η παρακολούθηση της διαχρονικής διαδιακασίας εμπλουτισμού και κατασκευής του μέσα από τις ομιλίες και αναρτήσεις του συγγραφέα, τις σχετικές ομάδες του FB κτλ αλλά και αυτό είναι μια άλλη ιστορία.

Το συγκεκριμένο βιβλίο, λοιπόν, μπορεί να εξεταστεί με δύο διαφορετικούς τρόπους. Ως αποτέλεσμα των παραπάνω διαδικασιών και ως εργαλείο των σκοπών του συγγραφέα του και ώς λογοτεχνικό έργο, μυθιστόρημα ή αφήγημα. Το πρόβλημα είναι πως είναι τόσο αλληλένδετα τα παραπάνω που ουσιαστικά ο οιοσδήποτε έχει την παραπαμικρή επαφή με το αντικείμενο δεν μπορεί να τα ξεχωρίσει και τόσο εύκολα. Η ίδια η δομή του βιβλίου βέβαια ενισχύει αυτό το πρόβλημα καθώς το μισό βιβλίο αποτελείται από κατά κύριο λόγο αυτοτελείς αφηγήσεις στιγμιοτύπων του παρελθόντος που αναδεικνύουν την δράση προσωπικοτήτων (υπαρκτές οι περισσότερες) οι οποίες συσχετίζονται με την συνέχεια της ελληνικής θρησκείας (παρουσιαζόμενες έτσι στο βιβλίο) και το άλλο μισό με την αφήγηση μιας σύγχρονης ιστορίας που περιλαμβάνει τον ίδιο τον συγγραφέα και εξαντλείται στο πώς η μυστικη εταιρία ήρθε σε επαφή μαζί του, το αναγνώρισε ως εκλεκτό και του παραδόθηκε η παραπάνω γνώση. Το κομμάτι αυτό, δηλαδή το μισό βιβλίο είναι μια εντελώς παιδική αυτοαναφορική προσπάθεια ανάδειξης της νομιμότητας των επιδιώξεων του συγγραφέα και κυκλικής "απόδειξης" του συνολικού του αφηγήματος που δεν έχει καμία λογοτεχνική αξία να σταθούμε. Για παράδειγμα ο συγγραφέας σε αυτό το κομμάτι (που αναπτύσσεται εναλλάξ με τις ιστορικές αφηγήσεις) της υποτιθέμενης συνάντησης του με κάποιον άγνωστο της μυστικής αυτής εταιρίας αρχές των 90s στο Θησείο πολλές φορές αναφέρει πράγματα, μόνο και μόνο για να εμφανίσει μετέπειτα αποκτηθείσα γνώση ή κατασκευασμένη ιστορία ώς υπαρκτή από τότε δηλαδή να δώσει βάθος στο αφήγημα του. Πχ αναφέρονται στον διάλογο τους στον Μάρουλλο (βλ. παραπάνω Σινιόσογλου) τον οποίο ουδέποτε ο συγγραφέας ανέφερε στην πληθώρα των δημοσιεύσεων και ομιλιών του (όπως και τους στρατιότι και ένα σωρό άλλα βασικά συστατικά του αφηγήματος) μέχρι και πολύ πιο πρόσφατα - αντίστοιχως, μόλις προ μηνός διαπίστωσα πχ πως στο αφήγημα πιθανώς να προστεθεί μελλοντικά και άλλο ένα "στοιχείο", η περίπτωση της "ελληνούπολης" για την οποία είχα γράψει άρθρο το 2013, αφού ο συγγραφέας έκανε σχετική ομιλία ) - μετά το 2008 (οπότε και χτίζεται η επαφή με το έργο του Σάθα κτλ) και o Μάρουλλος είναι ήδη αντικείμενο ξένων μονογραφιών, άρθρο σε εφημερίδες ή σε εγχώριες επιστημονικές δημοσιεύσεις. Το γιατί το Διιπετές πχ δεν θα μπορούσε να έχει βγάλει την "εθνική" ιστορία του Μάρουλου από το 1991 που την "ήξερε" και συζήταγε με το μέλος της αδελφότητας ο Ρασσιάς μέχρι το 2012-2013 που ανέβασε τον ύμνο στον Ήλιο) είναι κάτι που μας διαφεύγει (αν και γι' αυτό μπορεί μελλοντικά να υπάρξει ένα επεξηγηματικό "ιστορικό αφήγημα").

Στο έτερο κομμάτι τώρα των ιστορικών αφηγήσεων, ο συγγραφέας κάνει προσπάθεια να μας βάλει στο κλίμα της εποχής και των στιγμιοτύπων που παρουσιάζει και εδώ γίνεται εκτεταμένη χρήση λογοτεχνικών πηγών, προσπάθεια αναπαράστασης της γλώσσας και του ύφους της κάθε εποχής κτλ πράγμα που αν γινόταν με καλύτερο τρόπο θα μπορούσε να είναι επιτυχημένο. Δυστυχώς και μιλώντας λογοτεχνικά, το βιβλίο, ιδιαίτερα συγκεκριμένα σημεία ενώ κάποια άλλα οριακά είναι αποδεκτά, πάσχει ποικιλοτρόπως, από την επανάληψη μέχρι και την κακή διατύπωση, σαν να έχει γραφτεί στο πόδι, κάτι που μου έκανε εντύπωση καθώς και ο χρόνος υπήρχε (από την προαναγγελία) ώστε να γίνει προσεγμένη επιμέλεια, αλλά και τις εκφραστικές δυνατότητες αποδεδειγμένα κατέχει ο συγγραφέας. Το συνολικό αποτέλεσμα προσωπικά κρίνεται απογοητευτικό. Από την μία το κόστος της αυτοαναφορικότητας και καταστατικής δημιουργίας του (μισές από τις ελάχιστες 100 σελ σύνολο ) και από την άλλη το ιστορικό αφήγημα που δεν στέκεται αυτοτελώς στο ύψος του. Προσπαθώντας να είμαι αντικειμενικός (υπό την έννοια πως οι θρησκευτικές και ιδεολογικές προεκτάσεις των πρακτικών του συγγραφέα με βρίσκουν αντίθετο ) θα μπορούσα σε κάθε άλλη περίπτωση να δω το βιβλίο - αν ήταν μυθιστόρημα- ίσως σαν το εξαιρετικό Λάλον ύδωρ του Ασωνίτη, ή έστω σαν την ευχάριστη "μεσσιανική αυτοκρατορία" του Ρωμοσιού, αλλά δυστυχώς δεν καταφέρνει, ενώ κάλλιστα θα μπορούσε σαν ιδέα, να είναι ούτε το ένα ούτε το άλλο. Καθώς στερείται βάθους στην ιστορία που αφηγείται (το μόνο "δέσιμο" σε ένα υποτιθέμενο όλο των ξεχωριστών αφηγήσεων-στιγμιοτύπων- είναι η συνάντηση στο Θησείο και η παράδοση των παραδεδομένων στον συγγραφέα) και δεν αναδεικνύει κανένα προτέρημα από αυτά που θα μπορούσε ως λογοτεχνία. Θα μπορούσε για παράδειγμα να είναι ένα αφήγημα ιδεολογικού ντοπάρισματος που να πωρώνει τους hardcore εγχώριους παγανιστές ή ένα μυθιστόρημα που να  εμπνέει τους τρίτους που έρχονται σε επαφή μαζί του, η ένα αφήγημα με στοιχεία μυστηρίου, θρίλερ και suspense αλλά Dan Brown κτλ αλλά δυστυχώς δεν...

Αυτό που μένει - αξία την οποία μοιράζεται με τα προηγούμενα έργα που παρουσιάσαμε - είναι νομίζω η ώθηση των ενδιαφερομένων στην μελέτη και αναζήτηση αυτών των πτυχών της ιστορίας ή των προσωπικοτήτων που παρουσιάζονται. Eίτε πρόκειται για την αρκετά διαφορετική παρουσίαση, σε σχέση με την "καθεστωτική" ιστορία, περιπτώσεων όπως του Ιάκωβου Βασιλικού  είτε την όντως ενδιαφέρουσα περίπτωση του Τραχανιώτη, είτε την ανύπαρκτη ιστορικώς, μη καταγραμμένη περίπτωση κάποιων άλλων, η κατανόηση/μάθημα είναι πως η ιστορία και τα αφηγήματα της δεν πρέπει να αναλίσκονται στην ιδεολογική ή παρόμοια μόνο χρήση, αλλά να εμπλουτίζονται και με άλλες, ουσιαστικές για την θετική απόκριση έναντι τους, αρετές. Εξάλλου ο συγκεκριμένος χώρος ενδείκνυται για αναζητήσεις και όχι αποκαλύψεις. Το άλλο που μας ενδιαφέρει, κάτι που ίσως στο μέλλον αποτελέσει αυτοτελές αντικείμενο έρευνας για μελετητές, είναι από την μία οι διαδρομές που ακολουθούν οι αναζητήσεις περί της Ελληνικής ταυτότητας και από την άλλη οι ιδεολογικές χρήσεις των όποιων ευρημάτων και απόψεων καθώς αυτές είναι που εν τέλει διαμορφώνουν δυναμικά και διαδραστικά τις μελλοντικές επαφές μεταξύ πρωτοπόρων μελετητών, εκλαϊκευτών, ή καθοδηγητών και του ψαγμένου η και άσχετου κοινού που γίνεται αποδέκτης τους με ποικίλους τρόπους.